Ήπειρος: Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Λάμπρος και Σίμων Μαρούτσης

   

Οικογένεια Μαρούτση

Η οικογένεια των  Γιαννιωτών ευπατρίδων Μαρούτση (ή Μαρούτζη) είναι εκείνη η οποία άνοιξε στις αρχές του 19ου αιώνα, το χορό της ‘‘Εθνικής Ευεργεσίας’’, όχι μόνο στον χώρο της Ηπείρου αλλά και τον ευρύτερο ελλαδικό, με κορυφαία της προσφορά την ίδρυση της περιώνυμης Μαρουτσαίας Σχολής Ιωαννίνων. Η οικογένεια αυτή υπήρξε από τις αρχαιότερες και πλέον επίσημες της Ηπείρου, αφού μέλη της είχαν τιμηθεί ήδη στα 1589 με το Παράσημο του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, εξέλιπε δε οριστικά το έτος 1846 με το θάνατο και του τελευταίου γόνου της, του μαρκησίου Κωνσταντίνου Πάνου Μαρούτση. Σήμερα το όνομά τους δεν απαντάται στα Γιάννενα.
Ο γενάρχης της οικογένειας και πατέρας των δύο ευεργετών, ο μεγαλέμπορος Πάνος Μαρούτσης, μετακόμισε από την Παραμυθιά, όπου ζούσε, το 1670 στα Γιάννενα, όπου γεννήθηκαν τα δύο αδέρφια, Λάμπρος και Σίμων. Το πατρικό τους σπίτι βρισκόταν στο πρανές των Λιθαριτσίων, εκεί που υπάρχουν οι στρατιωτικοί φούρνοι (Σχολή Χορού του Δήμου Ιωαννιτών) και καταστράφηκε από τον Αλή Πασά για να κτιστεί στη θέση του το ανάκτορο του γιου του Μουχτάρ Πασά. Αυτά έγιναν γύρω στο 1800, όμως τότε κανείς από την οικογένεια των Μαρούτση δεν βρισκόταν στα Γιάννενα, γιατί από δεκάδες χρόνια πριν όλοι είχαν ξενιτευτεί στη Βενετία. Πάντως τα δύο αδέρφια εδώ στην πόλη των Ιωαννίνων, διδάχτηκαν τα πρώτα τους γράμματα, θέτοντας γερές βάσεις για το λαμπρό μέλλον τους.
Στα 1693 ο Λάμπρος στάλθηκε στη Βενετία όπου στην αρχή εργάστηκε ως μαθητευόμενος στο γιαννιώτικο οίκο ΄΄Γλυκύς και Στράτης΄΄. Γρήγορα δημιούργησε πολλές φιλίες και γνωριμίες στην κοινωνία της Γαληνότατης Δημοκρατίας και έτσι επτά χρόνια αργότερα - χωρίς καμία συνεννόηση ή στήριξη, από τον πλούσιο πατέρα του - ιδρύει δικό του εμπορικό κατάστημα με τίτλο το όνομά του. Μετά από επτά χρόνια, το 1707, και αφού πλέον η επιχείρησή του έχει εδραιωθεί, κάλεσε κοντά του από τα Γιάννενα τον αδερφό του Σίμωνα «ως συνεταίρον και βοηθόν» και η εταιρεία λειτουργούσε πλέον με τα ονόματα και των δύο. Χάρις στο εμπορικό τους δαιμόνιο η επιχείρηση ταχύτατα γιγαντώθηκε. Διατηρούν ως δεύτερη έδρα εκείνη των Ιωαννίνων, ενώ επεκτείνουν τη δράση τους στη Γαλλία, Ολλανδία και Αγγλία. Παράλληλα φέρνουν στη Βενετία και τα άλλα δύο αδέρφια τους, Αναστάσιο και Χριστόδουλο. Τα εμπορεύματα που αγόραζαν και πουλούσαν ήταν βαφική ύλη (πρινοκούκι), κερί, μαλλί, καπέλα, μαντίλια από το Χαλέπι, χαλιά από τη Μεσσήνη, βαμπάκι από τη Θεσσαλονίκη, την Κύπρο και τη Σμύρνη, καφές από την Αλεξάνδρεια, ενώ είχαν και το μονοπώλειο του καπνού. Στα χρόνια που ακολούθησαν η οικογένεια Μαρούτση ασχολήθηκε με αγοροπωλησίες ακινήτων στη Βενετία και στη γύρω περιοχή και επιδόθηκε σε τραπεζικής φύσης υποθέσεις, με αποτέλεσμα να γνωρίσει τεράστια οικονομική άνοδο. Μέλη της μαρτυρούνται με ακίνητα στη Βενετία, στη βενετική ενδοχώρα, καθώς επίσης στην Άρτα, το Κομπότι και τα Γιάννενα. Οι Μαρούτσηδες στη Βενετία είχαν ενεργό ανάμιξη στη διοίκηση της ελληνικής κοινότητας, της οποίας το προεδρικό αξίωμα ανέλαβαν πολλές φορές. Είχαν επίσης ισχυρή πολιτική επιρροή.
Στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα οι δύο άλλοι αδερφοί του Λάμπρου και του Σίμωνα, Αναστάσιος και Χριστόδουλος διετέλεσαν ο πρώτος Πρόξενος της Γαλλίας στην Άρτα και ο δεύτερος Υποπρόξενος της ίδιας χώρας στα Γιάννενα. Έντονη δραστηριότητα ανέπτυξε, λίγα χρόνια αργότερα, στην Πετρούπολη ο Λάμπρος, γιος του Χριστόδουλου, ενώ ο αδερφός του Πάνος διορίστηκε το 1768 επιτετραμμένος της Ρωσίας στην Βενετία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαρκησίου από την αυτοκράτειτα της Αυστρίας Μαρία Θηρεσία και με αυτόν του Ιππότη του Τάγματος της Αγίας Άννας από την αυτοκράτειρα της Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη. Ο ίδιος ο Πάνος Μαρούτσης πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στους αδερφούς Ορλώφ στη διάρκεια της εξέγερσης, της γνωστής με το όνομα ‘‘Ορλωφικά’’. Ακόμη η προαναφερθείσα αυτοκράτειρα της Ρωσίας του είχε αναθέσει να της προμηθεύσει από την Ιταλία πίνακες και αγάλματα ονομαστών ζωγράφων και γλυπτών, θέτοντας στη διάθεσή του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.
Το έτος 1739 πεθαίνει στη Βενετία ο Λάμπρος άγαμος, όπως άλλωστε έμεινε και ο Σίμων. Πριν από πέντε χρόνια είχε συντάξει τη διαθήκη του όπου γράφει: «Επιθυμώντας να εξυψώσω την σπουδή των επιστημών στο Ιεροσπουδαστήριο των Ιωαννίνων που ιδρύθηκε από τον μακαρίτη Μάνο Γκιούμα, αφήνω 5.000 δουκάτα, για να κατατεθούν σε τράπεζα από τον αδερφό μου, προς όφελος της ελληνικής νεότητος. Από τους τόκους του κεφαλαίου θα πληρώνεται ένας διακεκριμένος και εξαιρετικής μόρφωσης δάσκαλος, με υποχρέωση να διδάσκει στα Γιάννενα τις επιστήμες, δηλαδή τη λογική, φυσική, μεταφυσική, θεολογία και μαθηματικά, τόσο στα ελληνικά όσο και στα λατινικά, γιατί θεωρώ αναγκαία την λατινική γλώσσα για την επιτυχία των ομοεθνών μου σπουδαστών, οι οποίοι ζημιώθηκαν πολύ από την μοιραία απώλεια του Ελληνικού Κράτους, με την οποίαν χάθηκαν οι βάσεις των επιστημονικών συγγραμμάτων». Ο Λάμπρος Μαρούτσης αφήνει στη συνέχεια σημαντικά ποσά για τους άπορους ομογενείς της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, «οι οποίοι περιφέρονται στην εκκλησία και παρεμποδίζουν τους ευσεβείς να προσέχουν την αγία θυσία της λειτουργίας», παρέχει δωρεά στο Ιεροσπουδαστήριο των Σαλώνων της Ναυπάκτου, το οποίο είχαν ιδρύσει οι Μαρούτσηδες, για μισθοδοσία του δασκάλου και επίσης δωρίζει χιλιάδες δουκάτα στα τρία Νοσοκομεία της Βενετίας.
Τρία χρόνια μετά από το θάνατο του Λάμπρου ο Σίμων Μαρούτσης τροποποιεί τη βούληση του αδερφού του και αντί να χρηματοδοτεί τη Σχολή Γκιούμα, αποφασίζει να ιδρύσει καινούργια σχολή στα Γιάννενα, η οποία και θα φέρει το όνομά τους. Έτσι το 1742 γεννιέται η περίφημη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων. Αγοράζει νέο διδακτήριο και απορροφά την ήδη λειτουργούσα Επιφάνειο Σχολή. Καλεί τον ευρισκόμενο στη Βενετία κορυφαίο Διδάσκαλο του Γένους, τον φωτισμένο δάσκαλο και κληρικό Ευγένιο Βούλγαρη και του προτείνει να αναλάβει την διεύθυνση της Μαρουτσαίας. Αυτός, που είχε σπουδάσει με δαπάνη της οικογένειας Μαρούτση ανώτερα μαθηματικά στην Πάντοβα, δέχεται με ενθουσιασμό και φεύγει για τα Γιάννενα. Η Σχολή γρήγορα απέκτησε πανελλήνια φήμη. Λειτούργησε ως το 1798 όταν ο Βοναπάρτης κατέλυσε την Ενετική Δημοκρατία και δήμευσε τις τραπεζικές καταθέσεις. Ο Σίμων Μαρούτσης πέθανε στη Βιέννη.

Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος: Ηπειρώτες Εθνικοί Ευεργέτες

Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος: Ηπειρώτες Εθνικοί Ευεργέτες:

Ηπειρώτες Εθνικοί Ευεργέτες

 








Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος:    Ηπειρώτες ΕυεργέτεςΕπιφάνιος Ηγούμενος (1568-1...

Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος:    
Ηπειρώτες ΕυεργέτεςΕπιφάνιος Ηγούμενος (1568-1...
:     Ηπειρώτες Ευεργέτες Επιφάνιος Ηγούμενος (1568-1648) Γκιούμας (Γγίονμας) Εμμανουήλ (1608-1688) Ζώης Καπλάνης (1736-1806) Λάμπρος ...
   

Ηπειρώτες Ευεργέτες

  1. Επιφάνιος Ηγούμενος (1568-1648)
  2. Γκιούμας (Γγίονμας) Εμμανουήλ (1608-1688)
  3. Ζώης Καπλάνης (1736-1806)
  4. Λάμπρος και Σίμων Μαρούτσης (1742 περίπου)
  5. Γεώργιος Χατζηκώνστας (1753-1845)
  6. Αδελφοί Ζωσιμάδες (1754….1762-1791….1842)
  7. Τριαντάφυλλος Ι. Δομπόλλης (Περίπου 1750-1820)
  8. Ιωάννης Τρ. Δομπόλης (1769-1850)
  9. Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης (1764-1824) (1769-1841)
  10. Γεώργιος Σίμωνος Σίνας (1783-1853)-Σίμων Γεωρ. Σίνας (1810-76)
  11. Μιχαήλ Αναστασίου Τοσίτσας (1787-1856) και η σύζυγος Ελένη
  12. Γεώργιος Σταύρου (1787-1869)
  13. Απόστολος Αρσάκης (1792-1874)
  14. Ευάγγελος Ζάππας (1800-1865)
  15. Ελισάβετ Καστρισόγια (1800-1863)
  16. Νικόλας Στουρνάρας (1806- 1853)
  17. Κωνσταντίνος Ζάππας (1814-1892)
  18. Αγγελική Παπάζογλου (Περί το 1810-1891)
  19. Κωνσταντίνος Α. Φιλίππου (18Ι2-1894)
  20. Γεώργιος Αβέρωφ (1815-1899)
  21. Κωνσταντίνος και Παύλος Πασχάλης (1848 περίπου)
  22. Ρωξάνδρα Βάγια
  23. Χρηστάκης Ζωγράφος (1872 περίπου)
  24. Γεώργιος Τούλης (ΜΕΤΣΟΒΟ;- Ι888)
  25. Ιωάννης Πάγκας (Μπάγκα) (1883 περίπου)
Η ψηφιοποίηση των διαθηκών που θα βρείτε, έγινε στο 
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ 

Τμήμα Φιλοσοφίας 
ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ EPEYNΩN ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος: Ήπειρος: Η αυτοκρατορία του πνεύματος

Ήπειρος**** Η αυτοκρατορία της πέτρας και του πνεύματος: Ήπειρος: Η αυτοκρατορία του πνεύματος: Α   / ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ         Ο ευεργέτης είναι ακριβώς εκείνος που επεμβαίνει και σώζει όταν υπάρχει αδιέξοδο, εκεί όπου καμία άλλ...

Ήπειρος: Η αυτοκρατορία του πνεύματος

Α   / ΗΠΕΙΡΩΤΕΣ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ



       Ο ευεργέτης είναι ακριβώς εκείνος που επεμβαίνει και σώζει όταν υπάρχει αδιέξοδο, εκεί όπου καμία άλλη πόρτα, από πουθενά, δεν μπορεί να ανοιχτεί.

      Σε τέτοια δεινή κατάσταση μπορούν να περιέλθουν άτομα και έθνη. Και η Ελλάδα, δυστυχής, είχε περιέλθει στην εσχάτη μορφή εξαθλίωσης και εξαχρείωσης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Με μόνη παρηγοριά την διήγηση των περασμένων μεγαλείων, που έφερναν δάκρυα, και το φως της εκκλησίας που αναπτέρωνε τη χαρά.
Η σκλαβιά του Τούρκου δυνάστη στεκόταν σαν βρόγχος στο στήθος. Και η ανάγκη της ελευθερίας άλλους οδήγησε στα βουνά και άλλους στα ξένα. Οι πρώτοι έγιναν Κλέφτες και αμύνθηκαν με το καριοφίλι. Οι δεύτεροι εργάστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις και …«επιτέθηκαν» με το χρήμα.
      Αυτοί είναι οι Εθνικοί Ευεργέτες. Έδρασαν τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα. Οι περιοχές του εξωτερικού που έζησαν ήταν αρχικά η Βενετία κι άλλες Ενετοκρατούμενες πόλεις και στη συνέχεια η Μολδοβλαχία, η Ν. Ρωσία, η Κωνσταντινούπολη, η Μ. Ασία και η Αίγυπτος. «Άνθρωποι απλοί, εργατικοί και ευφυείς, απέθεσαν στ’ απλωμένα χέρια της Πατρίδας ό,τι απόκτησαν με τον τίμιο μόχθο τους. Κι αυτή με ευγνωμοσύνη τους χάρισε τον επίζηλο τίτλο των «Εθνικών Ευεργετών».
      Ο πλούτος των ευεργετών αυξανόταν ως αποτέλεσμα του ιερού μόχθου που ήταν ταγμένος στον σκοπό της Πατρίδας: Να τη δουν ελεύθερη, αλλά και σε γερά θεμέλια στηριγμένη. Ελεύθερη από τους κατακτητές να ανακτά την παλιά της δόξα, το αρχαίο κάλλος της, οικοδομώντας το νέο της πρόσωπο πάνω στη σοφία των Αρχαίων προγόνων με την ορθόδοξη προοπτική, στο υπέροχο ελληνορθόδοξο ήθος. Έτσι μεγάλωσαν οι ίδιοι, ιδιαίτερα οι Ηπειρώτες ευεργέτες, έτσι ονειρεύονταν να ανατραφούν και τα νέα Ελληνόπουλα.
      Ακούμε συχνά ότι η Ήπειρος έχει ομορφύνει την Αθήνα με τα αρχιτεκτονικά της αριστουργήματα – δωρεές των ευεργετών. Θα λέγαμε, παραφράζοντάς το: «πάσαν την Ελλάδαν πεπαίδευκεν», φράση αφορώσα τον Όμηρο, πως η Ήπειρος, χωρίς να είναι υπερβολή, και «πεπαίδευκεν» την  Ελλάδα και «εκάλλυνε» αυτήν.  
Η ξενιτεία των Ηπειρωτών γινόταν πάντα με σκοπό όχι μόνο την οικογενειακή προκοπή αλλά και την εθνική, ίσως προπάντων αυτή, όπως αποδεικνύεται από τις προθέσεις των δωρητών, αλλά και από τα αποτελέσματα, δηλαδή τα έργα τους.
      Αυτή, η από αρχαιοτάτων χρόνων φιλογένεια της Ηπειρωτικής ευποιίας, κατέλειπε την προσωνυμία«εύανδρος» για την κακοτράχαλη, πλην, ευλογημένη ιδιαίτερη πατρίδα μας. Νιώθουμε υπερήφανοι που αρύουμε την καταγωγή μας από την δότειρα χώρα, την Παμ – βώτιδα, σημειολογικά επεκτείνοντας την ονομασία της λίμνης των Ιωαννίνων σε όλη την ευρύτερη περιφέρεια.
      Αλλά γιατί η Ήπειρος, η άγονη και ορεινή, ανέδειξε πλήθος εθνικών ευεργετών; Ίσως την εξήγηση του φαινομένου αυτού θα τη βρούμε στην ακλόνητη προσήλωση του Ηπειρώτη στις θρησκευτικές και εθνικές μας παραδόσεις και στη βαθιά πίστη του στο θεσμό της οικογένειας.
Οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η βαθιά πίστη της άδολης ηπειρωτικής ψυχής ενισχύονταν από την βιωματική σχέση τους με την εκκλησία.
Η ηπειρώτισσα μάνα είναι εκείνη που γέννησε Ευεργέτες. Ταγμένη από τη μοίρα στο διπλό ρόλο του άνδρα και της γυναίκας, κυβέρνησε το σπιτικό της με σύνεση και εγαλούχησε τα παιδιά της με αρετές διαχρονικής αξίας: την τιμιότητα, την εργατικότητα, τη φιλομάθεια, την ολιγάρκεια, τη φιλανθρωπία, τη φιλοπατρία.
    
    Αρχικά,  θα αναφερθούμε με συντομία στην αδελφότητα Ζωσιμάδων. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «Οι Ζωσιμάδες είναι οι ήλιοι της ευεργεσίας, οι δε λοιποί ευεργέται είναι οι πλανήτες των και οι δορυφόροι των πλανητών των». Παραπλήσιος, εξάλλου, είναι ο βίος και ο τρόπος σκέψης και δράσης  όλων.
      Εννιά στον αριθμό, πέντε αγόρια και τέσσερα κορίτσια από τα Γραμμενοχώρια, κατέφυγαν στη Νίζνα της Ρωσσίας και ασχολήθηκαν με το εμπόριο εκεί και στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Και ο πλούτος τους, σαν ευλογημένος, αύξανε και εξέπληττε. Και εκείνοι δεν ξιπάστηκαν. Αντιθέτως ενσυνείδητα δοσμένοι στον Θεό και την Πατρίδα έταξαν σκοπό της ζωής τους την ωφέλεια της Ελλάδος με τίμημα τη δική τους ασκητική ζωή. Προτίμησαν, όπως και ο Ζώης Καπλάνης, το μετόχι της μονής Ιβήρων στη Μόσχα από τα παλάτια, όπου είχαν όλη τη δυνατότητα να κατοικούν, και επέλεξαν τη ζωή του εργένη θυσιάζοντας τις χαρές της οικογενειακής ζωής στην οποία είχαν όλες τις δυνάμεις να αναπτυχθούν. Εκούσια σταυρική αγάπη.
      Χιλιάδες ρωσικά ρούβλια έφταναν στα Γιάννενα και κάλυπταν όλες τις ανάγκες: προικίζονταν ορφανά ή φτωχά κορίτσια, περιμαζεύονταν εγκαταλελειμμένα παιδιά, τρόφιμα και ρούχα μοιράζονταν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα σε όλους τους φτωχούς και φυλακισμένους της πόλης, ανεξαρτήτως  θρησκεύματος, σε Χριστιανούς, Εβραίους και Μωαμεθανούς. Από τα χρήματα που κάθε χρόνο η αδελφότητα των Ζωσιμάδων έστελνε στα Γιάννενα πληρώνονταν οι γιατροί της πόλης να επισκέπτονται δωρεάν τους άρρωστους φτωχούς.
Ήταν τέτοια η έκταση της φιλανθρωπίας τους, που οι Γιαννιώτες αντί για το όνομά τους, έλεγαν « οι αγιασμένοι».
      Η προσοχή τους στράφηκε, όπως και όλων των ευεργετών προς τα Γράμματα. Άλλωστε τα Γιάννενα πρωτοστατούσαν στα γράμματα. Τα Γιάννενα μαζί με την Μοσχόπολη και την Κωνσταντινούπολη έπλασαν την ιδεολογία της μετατροπής του Γένους σε Έθνος. Ήταν κέντρο του νεοελληνικού διαφωτισμού και της εθνικής αυτογνωσίας.
      Οι Ζωσιμάδες ανέλαβαν  να συντηρήσουν τα δύο σχολεία των Ιωαννίνων (Σχολή Γκούμα και Μαρουτσαία Σχολή) για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους ύστερα από την πτώχευση της Τράπεζας της Βενετίας στην οποία ήταν κατατεθειμένες δωρεές Ελλήνων που τα φρόντιζαν ως τότε.   
     Κατανόησαν τη μεγάλη σημασία που έχει για το Γένος η παιδεία και βοήθησαν με μεγάλα χρηματικά ποσά τον Αδαμάντιο Κοραή να εκδώσει τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Και ο Κοραής σε κάθε τόμο των «Παράλληλων Βίων» του Πλουτάρχου αντί οποιονδήποτε άλλων κολακευτικών ή επαινετικών λόγων έγραφε μόνο: «τη φιλοτίμω δαπάνη των αδελφών Ζωσιμάδων παιδείας ένεκα των την Ελλάδα φωνήν διδασκομένων νέων».
Ίδρυσαν τη Ζωσιμαία Σχολή, που διαιωνίζει το όνομά τους και λαμπρύνει την πόλη μας.
Όλοι οι ευεργέτες προίκισαν τα Γιάννενα και άλλα μέρη με γενναία κληροδοτήματα. Με αυτά ανακουφίστηκαν ενδεείς, ιδρύθηκαν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ναοί, γηροκομεία, εκθετοτροφεία, προικίστηκαν φτωχά κορίτσια, βγήκαν άνθρωποι από τις φυλακές που κρατούνταν χρόνια για χρέη στον Τούρκο, εξαγοράστηκαν αιχμάλωτοι Έλληνες (Χιώτες, Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι) από τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και έγινε κάθε δυνατή αγαθοεργία, ώστε να γράφεται επίσημα ότι «πάσα φανταστή περίθαλψις δεν εξαντλεί την ακένωτον πηγή της γενναιοδωρίας των φιλοπάτριδων εκείνων διαθετών».
      Ήταν όλοι τους  φιλοπάτριδες και φιλόμουσοι. Ίδρυσαν σχολεία στις πόλεις καταγωγής τους οι περισσότεροι ή ενίσχυσαν Ελληνικές Σχολές σε όλες τις πόλεις – κέντρα της Παιδείας, δημιούργησαν  βιβλιοθήκες, εργαστήρια φυσικής και χημείας, πλήρωσαν σοφούς και πεπειραμένους δασκάλους, έδωσαν υποτροφίες για σπουδές στο εξωτερικό, ανέλαβαν τα έξοδα εκδόσεως αρχαίων ελληνικών και εκκλησιαστικών συγγραμμάτων…  Σαν υπουργοί, μάλλον, λειτουργοί της Παιδείας, άνευ χαρτοφυλακίου, αλλά μετά λόγου γνώσεως και ζήλου. 
Δικαιολογημένα γράφτηκε ότι «αι Αθήναι χρεωστούν το άριστον και ωφελιμότατον αυτών κόσμον εις την Ήπειρον». Ενδεικτικά αναφέρουμε:
      Την ίδρυση του Σταδίου –το «Καλλιμάρμαρο»- από τον Γεώργιο Αβέρωφ εκ Μετσόβου, τηςΑκαδημίας και του Αστεροσκοπείου από τον Γεώργιο και Σίμο Σίνα, του Πολυτεχνείου από τους Γ. Αβέρωφ –Μιχαήλ Τοσίτσα και Νικόλαο Στουρνάρα. Μετσοβιτών δημιούργημα είναι και το Ωδείο Αθηνών και το Αρχαιολογικό  Μουσείο (της Ελένης Τοσίτσα), όπως και το κτίριο των φυλακών Αβέρωφ, το θωρηκτό Αβέρωφ, η στρατιωτική σχολή Ευελπίδων και το Εφηβείο.
Ο Γιαννιώτης Ιωάννης Δομπόλης όρισε με διαθήκη του να διαθέσει η Ελληνική Κυβέρνηση το κληροδότημά του για την ίδρυση Πανεπιστημίου στην Αθήνα με την επωνυμία «Καποδιστριακόν», προς τιμή του μεγάλου ανδρός και φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας εκτελεστής της διαθήκης του Ευάγγελου Ζάππα από το Λάμποβο της Β. Ηπείρου, φροντίζει για τη δημιουργία του κτηρίου των Ολυμπιακών εκθέσεων στο πλαίσιο της επανίδρυσης των Ολυμπιακών Αγώνων –όνειρο ζωής του Ευαγγέλη-το γνωστό Ζάππειο.
Ο ίδιος ιδρύει το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Κων/πολη, Ανδριανούπολη, Αθήνα και Λάμποβο.
      Στη χορεία των Βορειοηπειρωτών Ευεργετών ανήκει και ο Χρηστάκης Ζωγράφος από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, που αναδείχθηκε μεγάλος τραπεζίτης στην Κων/πολη. Και ιδρυτής των Ζωγραφείων Ιδρυμάτων.
      Η Κορυτσά πρόσφερε τον Ιωάννη Μάγκα, από την περιουσία του οποίου χτίστηκε το Μέγαρο Μεγάλου Αλεξάνδρου (Πλατεία Ομονοίας), το Μπάγκειον, κοινωφελή έργα και κληροδοτήματα τα οποία άφησε με αποδέκτη του δωρητηρίου συμβολαίου του τον Χαρίλαο Τρικούπη.
Η Ριζάρειος Σχολή, όνειρο ζωής του Μάνθου Ριζάρη από το Μονοδένδρι πραγματώνεται από τον αδελφό του Γεώργιο για να μεταδίδονται στους μαθητές τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και να μορφώνεται ο κλήρος.
Το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα στην Αθήνα από τον Γεώργιο Χατζηκώστα όπως και το ομώνυμο Νοσοκομείο στην πόλη μας και στο Μεσολόγγι.
Το Ορφανοτροφείο Γεωργίου Σταύρου στα Γιάννενα έργο του μεγάλου Ευεργέτη, που ίδρυσε το πρώτο πιστωτικό ίδρυμα της χώρας και το διοίκησε για 27 έτη. Είναι αυτός που μαζί με το Ζώη Καπλάνη και τους Ζωσιμάδες έβαλαν το κεφάλαιο για τη δημιουργία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος,
Ο Απόστολος Αρσάκης καταπνίγει το συναίσθημα προς την στενότερη πατρίδα μπροστά στο γενικό εθνικό καλό παραχωρώντας στην «Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία» την ευθύνη της ίδρυσης του Αρσακείου Παρθεναγωγείου στην Αθήνα με τη μια και μόνη ευχή «το μικρόν χωρίον της καταγωγής του, η Χοταχόβα να κατασταθεί μιαν ημέραν μουσοτροφείον»
Ο Ζώης Καπλάνης, το μικρό ορφανό από το Γραμμένο, που πουλούσε ξύλα με το γαϊδουράκι στα Γιάννενα για να ζήσει, με τη βοήθεια του Παναγιώτη Χατζηνίκου γίνεται ο μεγαλέμπορος της Βλαχιάς και της Μόσχας και δεν ξεχνά τα άλλα ελληνόπουλα που λαχταρούσαν σαν κι αυτόν να μορφωθούν. Ιδρύει στα 1798 την Καπλάνειο Σχολή και τη θέτει υπό τη διεύθυνση του Αθανάσιου Ψαλίδα.
Κοντά σ’ αυτά τα ονόματα των ανδρών θα ήταν  παράλειψη αν δεν αναφέραμε τουλάχιστον ονομαστικά και γυναίκες ευεργέτιδες των Ιωαννίνων:
             Βλάχα Μαρία, Γοργόλη Παρασκευή, Καστρισόγια Ελισάβετ, Παπάζογλου Αγγελική, Τοσίτσα Ελένη, Ζωγράφου Ελένη, Ζώτου Αγγελική, Γεροκοστοπούλου Σεβαστή, Κόνη Ειρήνη, Χατζή Στεφανία, Βίμπλη Βιολέτα, Δαγκλή Βασιλική, Καλούδη Νίκη, Μολυβάδα Πολυξένη, Πασχίδη Έλλη, Τζαβέλλα Ισμήνη, Χατζή Αικατερίνη, Σαλαμάγκα Ηλέκτρα…και τόσες άλλες.
Η ηπειρωτική ευποιία εμφανίζει διοικητικό πνεύμα αξιόλογο. Πολλοί ευεργέτες, ασχέτως προς το κληροδοτούμενο ποσό, διαπνέονται από διαθέσεις νοικοκυροσύνης, οργανώσεως, προβλεπτικότητος. Συχνά παραβλέπουν την πικρία που τους ποτίζει η κακή διαχείριση και η παραγνώριση της βούλησής τους και ως μεγάθυμοι επανέρχονται στο ιερό τάξιμό τους. 
Ακόμη οι διαθήκες των γενναιόψυχων εκείνων υπήρξαν υπόδειγμα του πηγαίου χριστιανικού ήθους.
Ο ηπειρώτης ευεργέτης ήλθε αρωγός του συνόλου του έθνους στις κρίσιμες στιγμές του.
Οι άνθρωποι αυτοί πάντα είναι πολύ λίγοι. Είναι όμως μια θαυμαστή μαγιά.            Στη σημερινή κοινωνία της παντοδύναμης τεχνοκρατίας, του οικονομικού αδυσώπητου ανταγωνισμού και της καταναλωτικής απληστίας δεν ευνοείται η εμφάνιση ανθρώπων αφοσιωμένων σε αγαθοεργίες. Πλήττεται κάθε ιδέα κοινωνικού χρέους και προσφοράς προς την πατρίδα.
            Η ανθρωπότητα θα επιζήσει αν γίνει πιο σωστή στην καρδιά. Να μάθει να τιμά τα σπάνια σκεύη εκλογής που μέσα στην ιστορική διάρκεια επισημαίνουν στους ανθρώπους με σεμνότητα και επιμονή τον γνήσιο σκοπό του πολιτισμού, να δημιουργήσει καλύτερους ανθρώπους και πολίτες.
            Χρησιμοποιώντας φράση για το σημερινό εορτασμό εκ του μνημοσύνου των Ζωσιμάδων στη Νίζνα, παρόντος του Χρηστοβασίλη που τη διέσωσε, αναγνωρίζουμε κι εμείς πως ό,τι πράττουμε «είναι το πολοστημόριον της οφειλόμενης εκ μέρους ημών ευγνωμοσύνης προς τους μεγάλους τούτους εθνικούς ευεργέτας».            
            Αυτών των σπάνιων ανθρώπων η ζωή και το έργο πρέπει να παρουσιάζονται πάντα με ανυποχώρητη υπομονή μπροστά στα μάτια των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών και των νέων, που έχουν ακόμα τη δύναμη να θαυμάζουν και να αγανακτούν.   
            Αυτούς περισσότερο από όλους, πρέπει να προβάλλουν τα βιβλία της Ιστορίας, και αυτών οι πράξεις μπορούν να κινήσουν τις ανθρώπινες ψυχές στο να σκέφτονται, αν όχι μόνο τους άλλους, τουλάχιστον και τους άλλους.
            Η πολιτεία για να τιμήσει το έργο τους θα πρέπει να καθιερώσει στα σχολικά βιβλία ειδικό κεφάλαιο με εκτενή αναφορά στη ζωή και τη δράση τους, ώστε να λειτουργήσουν ως πρότυπα προς μίμηση για το ήθος και τη γνώση στα παιδιά. Επίσης η πρόταση συμπολίτη μας, με συγκινητικό ενδιαφέρον για τα κοινά και τα απλά καθημερινά πράγματα της πόλης μας που σηματοδοτούν, όμως, τη ζωή μας, για δημιουργία Οίκου Εθνικών Ευεργετών σε ένα αρχοντικό των Ιωαννίνων, μας βρίσκει σύμφωνους. Και ως πολίτες και ως εκπαιδευτικούς. Θα είναι μια γενναία κίνηση με πολλαπλά οφέλη, ελάχιστος φόρος οφειλομένης τιμής ως «αντιπελάργησις». Να στεγάσουμε εκείνους που μας στέγασαν. Εμάς, το έθνος και τις ελπίδες του.
               
         Μαρούλα Παπαευσταθίου-Τσάγκα(Ιωάννινα, Σεπτέμβριος, 2012)